|
(Καναδάς 1986, Βανκούβερ)
Στην άκρη του κόσμου ακουμπισμένη
Τα βάθη του κοίταζα με δέος
Και ήταν έρεβος το άνοιγμα
Στο σώμα της μητέρας.
Στην ερημιά αυτήν εδώ
Ύστερα απ’ το δύσκολο ταξίδι
Διάσπαρτη απλώνεται γαλήνη.
Μετά, τον γενοβόλο χώρο γιομίσανε πουλιά
Μηνύματα να πάνε σ’ άλλους τόπους.
Σε κάθε λακκάκι η Εύα κι ο Αδάμ
Και στο χώρο των δυο ενεργειών
Τα σημεία ρέουν της απάντησης του Δημιουργού.
Φυσικός κι ομαλός συναντιέται ο δρόμος
Καθώς ο νους, σώμα και ψυχή ενός θεού
Γονιμοποιεί τη ζωή με βαθειά σοφία
Κι όταν εξουσία ζητήσει το “εγώ”
Αρχίζει ο αδερφός μου τις πολεμικές κραυγές.
Είμαι η κόρη, μετά η μάνα κι ύστερα η γριά
Κι εσύ με θέλεις πάντα νέα
Στην ισορροπία της ένωσης.
Το αιώνιο ένα στην αγάπη της καρδιάς
Μαζί ο σεβασμός και η αποδοχή της σάρκας
Στην ομορφιά του θείου για αιωνιότητα.

















